διαχρονική επενδυτική αξία !
Επενδυτική ορολογία
Αμοιβαίο Κεφάλαιο
Μία κοινή περιουσία την οποία διαχειρίζεται η εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων. Η περιουσία αυτή η οποία διαιρείται σε μερίδια, αποτιμάται καθημερινά, και κάποιος που θέλει να κάνει συμμετοχή ή εξαγορά σε αμοιβαίο κεφάλαιο, μπορεί αντίστοιχα να αγοράσει ή να πουλήσει μερίδια.

Aνώτατη τιμή Πώλησης / Κατώτατη τιμή Αγοράς
Εντολή που δίνεται από τον πελάτη, η οποία θα εκτελεστεί μόνο αν η τιμή της μετοχής κατά τη διαπραγμάτευσή της στο X.A. φτάσει αυτό το όριο.

Απόδοση
Απόδοση είναι η ποσοστιαία μεταβολή της τρέχουσας αξίας μιας επένδυσης σε σχέση με την τιμή κτήσης της.

Αρμπιτράζ
Τακτική που ακολουθούν μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές, αγοράς και πώλησης της ίδιας μετοχής σε διαφορετικά χρηματιστήρια, προκειμένου να κερδίσουν από τη διαφορά στην τιμή.

Αύξηση Κεφαλαίου
Η τρέχουσα αξία της επένδυσης είναι μεγαλύτερη σε σχέση με την αξία κτήσης της επένδυσης. Δηλαδή, αν κάποιος ρευστοποιήσει κάτω από τέτοιες συνθήκες, θα πραγματοποιήσει υπεραξία.

Γενικός Δείκτης X.A.
Δείκτης καθορισμένος από το X.A. που απεικονίζει τη γενική τάση ανόδου ή καθόδου των τιμών των μετοχών του X.A.. Επιλέγονται κάποιες μετοχές που αντιστοιχούν σε μεγάλο κομμάτι των συναλλαγών του X.A. και σε καθεμία από αυτές αντιστοιχεί ένας συντελεστής βαρύτητας. Ο δείκτης αυτός αναμορφώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα για να υπολογίζει όσο το δυνατό καλύτερα την πορεία του X.A..

Δευτερογενής Αγορά
Τίτλοι οι οποίοι γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένα χρηματιστήρια και στην εξωχρηματιστηριακή αγορά, αφού ολοκληρωθούν οι διαδικασίες στην πρωτογενή αγορά.

Διάθεση Έκδοσης (Underwriting)
Ρύθμιση με την οποία παρέχεται προς μία εταιρία η εγγύηση ότι μία έκδοση μετοχών θα αντλήσει ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων. Οι ανάδοχοι της έκδοσης αναλαμβάνουν την εγγραφή για τυχόν τμήμα της έκδοσης το οποίο δεν θα καλυφθεί από το κοινό. Για την υπηρεσία αυτή χρεώνουν σχετική προμήθεια.

Δικαίωμα
Συμβόλαιο που δίνει το δικαίωμα (άλλα όχι την υποχρέωση) στον κάτοχό του, να αγοράσει ή να πουλήσει ένα περιουσιακό στοιχείο, μέσα σε μία δεδομένη χρονική περίοδο, σε προσυμφωνημένη τιμή.

Δικαιώματα Προτίμησης
Νέες μετοχές που διατίθενται στους παλαιούς μετόχους με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο Μετοχικό Κεφάλαιο της εταιρίας και σε μία συγκεκριμένη τιμή διάθεσης.

Εισηγμένη Εταιρία
Ανώνυμη εταιρία της οποίας οι μετοχές διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Έκδοση Κεφαλαιοποίησης
Έκδοση με την οποία κεφάλαια από το αποθεματικό μίας εταιρίας μετατρέπονται σε μετοχές οι οποίες διατίθενται δωρεάν στους μετόχους της εταιρίας.

Εκκαθάριση
Ημερομηνία (συνήθως τρεις ημέρες μετά την εντολή αγοράς ή πώλησης μετοχών) κατά την οποία ολοκληρώνονται οι διαδικασίες της μεταφοράς των μετοχών από τους αγοραστές στους πωλητές και η πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων.

Έκδοση νέων μετοχών
Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου είτε με μετρητά, είτε με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών ή υπολοίπων από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιον και διανομή δωρεάν μετοχών.

Ενημερωτικό δελτίο
Ενημερωτικό έντυπο υλικό, το οποίο εκδίδεται όταν μία εταιρία εισάγεται στο χρηματιστήριο και περιέχει αναλυτικές πληροφορίες για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας, τις μετοχές προς εισαγωγή, σύμφωνα με τους όρους εισαγωγής στο Χρηματιστήριο.

Επενδυτική Εταιρία
Συλλογικό επενδυτικό κεφάλαιο με τη μορφή εισηγμένης εταιρίας η οποία έχει στην κατοχή της ένα χαρτοφυλάκιο μετοχών για λογαριασμό των ίδιων της των μετόχων. Επειδή η ίδια η επενδυτική εταιρία είναι εισηγμένη εταιρία, οι μετοχές της μπορούν να αγοράζονται και να πωλούνται με τον συνήθη τρόπο.

Εταιρία Μέλος
Επενδυτική εταιρία η οποία είναι μέλος του Χρηματιστηρίου και στην οποία επιτρέπεται να πραγματοποιεί συναλλαγές μετοχών στην αγορά του Χρηματιστηρίου για λογαριασμό των πελατών της ή για λογαριασμό της ίδιας.

Ίδια Κεφάλαια
Είναι η καθαρή θέση μίας επιχείρησης που αποτελείται από το μετοχικό κεφάλαιο, τα αποθεματικά της επιχείρησης και τα παρακρατηθέντα κέρδη.

Ιδιωτικοποίηση
Μετατροπή μίας εταιρίας κρατικής ιδιοκτησίας σε εταιρία ιδιωτικού τομέα. Η μετατροπή αυτή συχνά συνοδεύεται από πώληση των μετοχών της στο κοινό.

Καθαρή τιμή μεριδίου
Προκύπτει από τη διαίρεση της αξίας της περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου (ενεργητικό) με το συνολικό αριθμό των μεριδίων εκείνης της ημέρας. Η TRITON ASSET MANAGEMENT ΑΕΔΑΚ δημοσιεύει, στον διαδικτυακό τόπο της, την καθαρή τιμή των μεριδίων όλων των Αμοιβαίων Κεφαλαίων που διαχειρίζεται.

Λόγος τιμής προς κέρδη ανά μετοχή (P/E)
Δείκτης που αντιπροσωπεύει την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι επενδυτές σε μία μετοχή. Αυτό που ισχύει γενικά, είναι ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερη είναι και η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Ισούται με το πιλίκο της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής προς τα κέρδη ανά μετοχή, της τελευταίας οικονομικής χρήσης.

Μερίδια
Το μέρος της καθαρής περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου που αναλογεί σε κάθε επενδυτή.

Μέρισμα
Μέρος των καθαρών κερδών της εταιρίας το οποίο διανέμεται στους μετόχους.

Μερισματική απόδοση μετοχής
Δείχνει πόσο συντηρητική μερισματική πολιτική ακολουθεί μία εταιρία. Η μερισματική απόδοση έχει νόημα υπό τον όρο ότι, μετά την αποκοπή του μερίσματος από την τιμή της μετοχής, η τιμή της μετοχής θα επανέλθει στα προ αποκοπής της επίπεδα.

Μετοχές
Η μετοχή αντιστοιχεί σε ένα μερίδιο στην ιδιοκτησία μίας ανώνυμης εταιρίας. Διακρίνονται σε κοινές μετοχές, προνομιούχες, ονομαστικές και ανώνυμες.

Ομόλογο
Μορφή επένδυσης η οποία υπόσχεται σταθερές πληρωμές στο μέλλον και αποπληρωμή του κεφαλαίου της επένδυσης στη λήξη της διάρκειάς της. Τα ομόλογα διακρίνονται σε σταθερού και κυμαινομένου επιτοκίου.

Παραστατικό δικαιώματος κτήσης μετοχών
Ένα μακροπρόθεσμο προαιρετικό δικαίωμα αγοράς ενός συγκεκριμένου αριθμού κοινών μετοχών σε ορισμένη τιμή. Η τιμή αυτή γενικά ονομάζεται τιμή άσκησης.

Πρωτογενής Αγορά
Στις αγορές αυτές εισάγονται για πρώτη φορά τα χρεόγραφα και οι ομολογίες, καθώς και νέες εκδόσεις χρεογράφων. Η αρχική πώληση χρεογράφων γίνεται από τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς φορείς που παίζουν το ρόλο του αναδόχου (underwriters).

Ρευστότητα
Η δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης μιας επένδυσης.

Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης
Συμβόλαια για αγορά ή πώληση ενός συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού τίτλου σε μία συγκεκριμένη μελλοντική ημερομηνία και σε προκαθορισμένη τιμή.

Συντελεστής β
Εκφράζει το βαθμό προσδοκόμενης μεταβολής της τιμής μιας μετοχής σε σχέση με τη μεταβολή του γενικού δείκτη του χρηματιστηρίου κατά μία ποσοστιαία μονάδα.

Τιμή Διάθεσης
Τιμή στην οποία οι πελάτες μπορούν να αγοράσουν αμοιβαία κεφάλαια ή μετοχές.

Τιμή Εξαγοράς
Τιμή στην οποία μπορεί κάποιος να εξαγοράσει την επένδυσή του.

Τιμή κλεισίματος ημέρας
Τιμή της μετοχής στην οποία έγινε η τελευταία αγοραπωλησία μονάδας διαπραγμάτευσης της μετοχής πριν το κλείσιμο της συνεδρίασης του X.A..

Χαρτοφυλάκιο
Επιλογή πολλών και διαφορετικών μορφών επένδυσης, που σκοπό έχουν την ελαχιστοποίηση του κινδύνου.

Χρεόγραφα
Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για χρηματιστικά μέσα στα οποία μπορεί να επενδύσει κάποιος, όπως μετοχές, ομόλογα ή μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων.

Χρηματιστηριακή Εταιρία
Εταιρία μέλος του Χρηματιστηρίου, η οποία προσφέρει συμβουλές και υπηρεσίες συναλλαγών στο κοινό και μπορεί να διενεργεί συναλλαγές για δικό της λογαριασμό.

Bear market
Συνεχής καθοδική τάση της αγοράς.

Bid-Ask Spread
Το spread είναι το άνοιγμα ή η διαφορά μεταξύ της μέγιστης τιμής αγοράς (bid) και της ελάχιστης τιμής πώλησης (ask) που ισχύουν σε μία χρονική στιγμή για μία περίοδο και την οποία προσφέρουν οι αγοραστές και πωλητές αντίστοιχα.

Blue Chip
Μετοχή εταιρίας με μεγάλη χρηματιστηριακή αξία και σημαντική ρευστότητα.

Broker/Dealer
Νομικό ή φυσικό πρόσωπο που είναι εξουσιοδοτημένο να εκτελεί χρηματιστηριακές και γενικότερα επενδυτικές συναλλαγές.

Bull market
Συνεχής ανοδική τάση της αγοράς.

Flotation
Αριθμός κυκλοφορούντων μετοχών μιας εταιρίας.

Free float
Ο αριθμός των μετοχών που διακινείται εύκολα μέσω του X.A. και δεν ανήκει στους βασικούς μετόχους της εταιρίας, οι οποίοι κατά κανόνα δεν πουλάνε εύκολα τις μετοχές τους.

Split
Η μείωση της ονομαστικής αξίας της μετοχής και ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των μετοχών προκειμένου να γίνει περισσότερο εμπορεύσιμη.

Underwriter
Σε μία δημόσια εγγραφή που συνδυάζεται με την εισαγωγή μίας εταιρίας στο X.A., μία τράπεζα ή χρηματιστηριακή εταιρία αναλαμβάνει να καλύψει ένα κομμάτι της έκδοσης πουλώντας το στους πελάτες τους. Σε περίπτωση που δεν το καταφέρουν είναι υποχρεωμένοι να αγοράσουν τις αδιάθετες μετοχές στην τιμή έκδοσης.